баш
Από Βικιλεξικό
Σερβικά (sr) [
]
Ετυμολογία [
]
баш < πρωτοσλαβική bъšь
Επίρρημα [
]
баш (sr) (λατινική γραφή: baš)
- πραγματικά, πολύ
- баш ми је жао - λυπάμαι πολύ (πραγματικά λυπάμαι)