ἀγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγωγός ἀγωγός ἀγωγόν ἀγωγοί ἀγωγοί ἀγωγά
Γενική ἀγωγοῦ ἀγωγοῦ ἀγωγοῦ ἀγωγῶν ἀγωγῶν ἀγωγῶν
Δοτική ἀγωγῷ ἀγωγῷ ἀγωγῷ ἀγωγοῖς ἀγωγοῖς ἀγωγοῖς
Αιτιατική ἀγωγόν ἀγωγόν ἀγωγόν ἀγωγούς ἀγωγούς ἀγωγά
Κλητική ἀγωγέ ἀγωγέ ἀγωγόν ἀγωγοί ἀγωγοί ἀγωγά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀγωγώ ἀγωγώ
Γενική-Δοτική ἀγωγοῖν ἀγωγοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἀγωγός < ἄγω

Open book 01.svg Επίθετο[]

ἀγωγός, -ός, -όν

  1. που άγει, που οδηγεί
  2. που προσελκύει
  3. (ουσιαστικοποιημένο) ἀγωγός: οδηγός
  4. (ουσιαστικοποιημένο) ἀγωγοί: φύλακες