ἀλώπηξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀλώπηξ ἀλώπεκε ἀλώπεκες
Γενική ἀλώπεκος ἀλωπέκοιν ἀλωπέκων
Δοτική ἀλώπεκι ἀλωπέκοιν ἀλώπεξι(ν)
Αιτιατική ἀλώπεκα ἀλώπεκε ἀλώπεκας
Κλητική ἀλώπηξ ἀλώπεκε ἀλώπεκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἀλώπηξ < προγενέστερος τύπος *alōpēḱos, *alṓpāks. Πιθανόν έχει σχέση με την ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂lōp-eh₂-s < *h₂lop-. Απαντάει παρόμοιος τύπος σε πολλές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἀλώπηξ θηλυκό

  1. (ζωολογία) αλεπού
  2. (ζωολογία) ένα είδος (ιπτάμενου) σκίουρου
  3. (ιχθυολογία) είδος καρχαρία
  4. (μεταφορικά) πονηρός, πανούργος
  5. (στον πληθυντικό) ἀλώπεκες:
    1. (ανατομία) μυς κοντά στα νεφρά
    2. είδος αρχαίου χορού

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]