ἀνήρ
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ἀνήρ | ἄνδρε | ἄνδρες |
| Γενική | ἀνδρός | ἀνδροῖν | ἀνδρῶν |
| Δοτική | ἀνδρί | ἀνδροῖν | ἀνδράσι(ν) |
| Αιτιατική | ἄνδρα | ἄνδρε | ἄνδρας |
| Κλητική | ἄνερ | ἄνδρε | ἄνδρες |
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
ἀνήρ αρσενικό
- ο άνδρας

