ἀναχώρησις
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
ἀναχώρησις θηλυκό
- αποχώρηση
- ἥ τε γὰρ ἀναχώρησις τῶν Ἑλλήνων ἐξ Ἰλίου (Θουκυδ. Ιστ. 1.12.2)
- υποχώρηση
- καταφύγιο
- τήν τε Πελοπόννησον πᾶσιν ἔφασαν ἀναχώρησίν τε καὶ ἀφορμὴν ἱκανὴν εἶναι (Θουκυδ. Ιστ. 1.90.3))

