ἀνοκωχή
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Δείτε επίσης
:
ανακωχή
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
ἀνοκωχή
<
ἀνοχή
Ουσιαστικό
ἀνοκωχή
θηλυκό
διακοπή
,
ανάπαυλα
ανακωχή
Κατηγορίες
:
Αρχαία ελληνικά
|
Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Αναζήτηση
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος