ἀρχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- ἀρχή < ἄρχω
Ουσιαστικό [
]
- ἀρχή
- εξουσία, κράτος, ανώτερη διοικητική θέση, υπούργημα
- Διὸς ἀρχά”
- ἀρχή ἄνδρα δείξει (η εξουσία δείχνει την ποιότητα του άνδρα)
- απαρχή
- εἴρηται, τὸ μὴ ἅμα ἀρχῇ πᾶν τέλος καταφαίνεσθαι (λένε πως η αρχή δεν αποκαλύπτει το τέλος ενός πράγματος)
- πρωταρχικό στοιχείο της φιλοσοφίας
- Ἡράκλειτος τὴν ἀρχήν εἶναί φησι ψυχήν
- αφορμή, αιτία
- αὗται δὲ αἱ νέες ἀρχὴ κακῶν ἐγένοντο Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροισι
- πρώτα από όλα, κυρίως, κατ' αρχήν (με τη νεοελληνική έννοια), πρωτιστως
- ἀρχήν γὰρ ἐγὼ μηχανήσομαι... (πρωτίστως εγώ θα βρω τρόπο να...)
- ἐξ ἀρχῆς και κατ᾽ ἀρχάς (επιρρηματικά)
[
]
- ἄρχων
- ἀρχῆθεν
- ἀρχίδιον (το ασήμαντο υπούργημα)
- ἀρχαῖος (ο εξαρχής, ο πρωτογενής, ο παλιός)
- ἀρχικός
- ἀρχεῖον
Σύνθετα [
]
- ἀρχαιρεσία (ἀρχή + αἴρεσις)
- ἀρχηγέτης και ἀρχαγέτης (+ ἡγέομαι)
- ἀρχηγετέω
- ἀρχηγός και ἀρχαγός