ἀρχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἀρχή < ἄρχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ἀρχή
  1. εξουσία, κράτος, ανώτερη διοικητική θέση, υπούργημα
    Διὸς ἀρχά”
    ἀρχή ἄνδρα δείξει (η εξουσία δείχνει την ποιότητα του άνδρα)
  2. απαρχή
    εἴρηται, τὸ μὴ ἅμα ἀρχῇ πᾶν τέλος καταφαίνεσθαι (λένε πως η αρχή δεν αποκαλύπτει το τέλος ενός πράγματος)
  3. πρωταρχικό στοιχείο της φιλοσοφίας
    Ἡράκλειτος τὴν ἀρχήν εἶναί φησι ψυχήν
  4. αφορμή, αιτία
    αὗται δὲ αἱ νέες ἀρχὴ κακῶν ἐγένοντο Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροισι
  5. πρώτα από όλα, κυρίως, κατ' αρχήν (με τη νεοελληνική έννοια), πρωτιστως
    ἀρχήν γὰρ ἐγὼ μηχανήσομαι... (πρωτίστως εγώ θα βρω τρόπο να...)
    ἐξ ἀρχῆς και κατ᾽ ἀρχάς (επιρρηματικά)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []


Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αρχή