ἀρχαῖος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
ἀρχαῖος ὁ, -α, ον (παραθετικά: ἀρχαιέστερος και ἀρχέστατος και ἀρχαιότερος και ἀρχαιότατος)
- αρχαϊκός, πατροπαράδοτος, αρχέγονος, πανάρχαιος
- Ζηνὸς ἀρχαίοις νόμοις (τους αρχέγονους νόμους του Δία)
- οι προσωκρατικοί (όρος του Αριστοτέλη)
- οι ἀρχαῖοι
- παλιομοδίτικος
- ἀρχαιότερος εἶ τοῦ δέοντος
- ο προηγούμενος, προγενέστερος, παλαιότερος, ο αρχικός
- ἡμεῖς τι ὑπείξομεν τοῦ ἀρχαίου λόγου (θα κάνουμε μια υποχώρηση στην αρχική μας πρόταση, σε αυτά που είπαμε στην αρχή)
- κατὰ τὴν διώρυχα ἐκτραπόμενος ἐκ τῶν ἀρχαίων ῥεέθρων (να εκτραπεί από την αρχική του κοίτη)
- φθαρμένος
- ἀρχαῖα ὑποδήματα
Σημειώσεις [
]
- τὸ ἀρχαῖον (το ουδέτερο) χρησιμοποιείτο και ως ουσιαστικό (σήμαινε το πρωτότυπο, το αρχικό αλλά και το αρχικό κεφάλαιο, το κόστος)
- πλέον τοῦ ἀρχαίου λαμβάνουσιν
- δανείσασι... μόλις τἀρχαῖον ἀποδέδωκας (μόλις το κεφάλαιο έδωσες -χωρίς τους τόκους)
- τὸ ἀρχαῖον είχε και επιρρηματική χρήση (σήμαινε ἀρχαίως, με τον αρχαίο τρόπο).
- ουσαστικοποιημένος βρίσκεται και ο τύπος του θηλυκού ως ἡ ἀρχαίη και σήμαινε ἀρχή
[
]
Σύνθετα [
]
- ἀρχαιόπλουτος (που έχει πλούτη από κληρονομιά)
- ἀρχαιολογέω
- ἀρχαιόγονος (από αρχαίο γένος)