ἀτελής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ατελής

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀτελής < ἀ- στερητικό + τέλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀτελής, -ής, -ές

  1. χωρίς τέλος
    1. που δεν έφτασε στο τέλος του, ανολοκλήρωτος
    2. που δεν επιτεύχθηκε
    3. που δεν έχει τέλος, που δεν τελειώνει ποτέ
    4. ατελής
  2. χωρίς τέλη
    1. ελεύθερος από φόρους ή εισφορές, ατελής
    2. αφορολόγητος
  3. αμύητος