ἄγος
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
- Ίσως συγγενές με το σανσκριτικό ā́gas (σφάλμα, αμαρτία). Οι αρχαίοι λεξικογράφοι θεωρούν τη λέξη ομόρριζη με το ἅγιος με ψίλωση του θέματος. Αυτή η ερμηνεία δε γίνεται αποδεκτή από τον Beekes και τον Hofmann.
Ουσιαστικό
ἄγος ουδέτερο

