ἄνθρωπος
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ἄνθρωπος | ἀνθρώπω | ἄνθρωποι |
| Γενική | ἀνθρώπου | ἀνθρώποιν | ἀνθρώπων |
| Δοτική | ἀνθρώπῳ | ἀνθρώποιν | ἀνθρώποις |
| Αιτιατική | ἄνθρωπον | ἀνθρώπω | ἀνθρώπους |
| Κλητική | ἄνθρωπε | ἀνθρώπω | ἄνθρωποι |
Ετυμολογία
- ἄνθρωπος < Μυκηναϊκό: a-to-ro-qo. Πιθανόν από το ἀνήρ (γενική, ἀνδρός) + ωπ- (< ὤψ), δηλαδή αυτός που έχει όψη άνδρα (*ἄνδρωπος > ἄνθρωπος). Αυτή η ετυμολογία δεν γίνεται αποδεκτή από τον Beekes.
Ουσιαστικό
ἄνθρωπος αρσενικό
- αυτός που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή
- ...θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας / πάντων ὅσ᾽ ἐστὶ κτημάτων ὑπέρτατον... (Σοφοκλής, Αντιγόνη)
- (κατ' επέκταση) ο άνδρας
- ...τούτῳ καὶ ἐνταῦθα ἴσως διαφέρω τῶν πολλῶν ἀνθρώπων... (Πλάτωνας, Απολογία Σωκράτους)