ἐγκέφαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εγκέφαλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἐγκέφαλος τὸ ἐγκέφαλον οἱ, αἱ ἐγκέφαλοι τὰ ἐγκέφαλα
Γενική τοῦ, τῆς ἐγκεφάλου τοῦ ἐγκεφάλου τῶν ἐγκεφάλων τῶν ἐγκεφάλων
Δοτική τῷ, τῇ ἐγκεφάλῳ τῷ ἐγκεφάλῳ τοῖς, ταῖς ἐγκεφάλοις τοῖς ἐγκεφάλοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἐγκέφαλον τὸ ἐγκέφαλον τοὺς, τὰς ἐγκεφάλους τὰ ἐγκέφαλα
Κλητική ἐγκέφαλε ἐγκέφαλον ἐγκέφαλοι ἐγκέφαλα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐγκεφάλω
Γενική-Δοτική ἐγκεφάλοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἐγκέφαλος < ἐν + κεφαλή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰebʰ-l-

Open book 01.svg Επίθετο[]

ἐγκέφαλος, -ος, -ον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἐγκέφαλος αρσενικό

  • ο εγκέφαλος, το μυαλό (ως ουσία)
    ἐκ δ' ἐγκέφαλος χαμάδις ῥέε, δεῦε δὲ γαῖαν (Οδύσσεια ι 290)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]