ἔγκλημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
ἔγκλημα ουδέτερο
- κατηγορία, διαμαρτυρία, παράπονο
- ἐμοὶ ἀνόσιον ἔγκλημα προσέβαλεν : με κατηγόρησε άδικα
- έγκλημα, αδίκημα
- ὅτε γὰρ τὸ ἔγκλημα ἐγένετο : όταν έγινε το αδίκημα
- καταγγελία
- δίκαι τε καὶ ἐγκλήματα πρὸς ἀλλήλους : δίκες και κατηγορίες μεταξύ τους
- κατηγορητήριο έγγραφο
- τοῦτο τὸ ἔγκλημα ἔγραφον ἐγὼ : εγώ έγραψα αυτό το (κατηγορητήριο) έγγραφο

