ἡμέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡμέρα ἡμέρα ἡμέραι
Γενική ἡμέρας ἡμέραιν ἡμερῶν
Δοτική ἡμέρ ἡμέραιν ἡμέραις
Αιτιατική ἡμέραν ἡμέρα ἡμέρας
Κλητική ἡμέρα ἡμέρα ἡμέραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἡμέρα < ἧμαρ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *hehmr̥ (ζέστα) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *heh (ζεσταίνω, καίω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἡμέρα

  1. μέρα