ἰδιώτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἰδιώτης αρσενικό

  1. το άτομο, ο ιδιώτης (σε αντίθεση με την πόλη, το γένος, τη φυλή)
  2. ο ιδιώτης, αυτός που δεν ασκεί κάποιο δημόσιο αξίωμα
  3. ο απλός άνθρωπος του λαού
  4. αυτός που δεν έχει επαγγελματική γνώση σε έναν τομέα
  5. αυτός που δεν έχει εμπειρία ή ικανότητες σε έναν τομέα
  6. (ως επίθετο) ιδιωτικός

Παράγωγα σε άλλες γλώσσες[]