ἵστημι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- Από ΠΙΕ ρίζα *sta- με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και δάσυνση του πρώτου σ. Ομόρριζο με το λατινικό sto, το γερμανικό stehen κ.λπ.
[
]
Ρήμα
ἵστημι, μέσο-παθητικό ἵσταμαι
- συντασσόταν με αιτιατική και σήμαινε στήνω κάτι ή κάποιον, κάνω κάτι να σταθεί όρθιο, αλλά και είμαι υπαρκτός, έχω παρουσία (στην αγγλικη γλωσσα exist).