-pathie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- -pathie < αρχαία ελληνική πάθος
[
]
Προφορά
[
]
Επίθημα
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| -pathie | -pathies |
-pathie (fr) θηλυκό
- -πάθεια, επίθημα ουσιαστικών που εκφράζουν:
- ένα αίσθημα ή μια συμπεριφορά
- μια ασθένεια ή σύμπτωμα ασθένειας
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ετυμολογία
- -pathie < αρχαία ελληνική πάθος
[
]
Επίθημα
-pathie (de)
[
]
Ολλανδικά (nl)
[
]
Ετυμολογία
- -pathie < αρχαία ελληνική πάθος
[
]
Επίθημα
-pathie (nl)