-vore

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

-vore < λατινική vorare (καταπίνω, τρώω)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /vɔʁ/

[] Open book 01.svg Επίθημα

ενικός πληθυντικός
-vore -vores

-vore  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. β' συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με τον τρόπο διατροφής που εκφράζει το α' συνθετικό
    budgétivore
    carnivore
    crudivore
    frugivore
    granivore
    herbivore
    insectivore
    omnivore
    piscivore
    vermivore

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες