-vore
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Επίθημα
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| -vore | -vores |
-vore (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- β' συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με τον τρόπο διατροφής που εκφράζει το α' συνθετικό