Abitur
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Abitur (de) ουδέτερο
- (Γερμανία) το απολυτήριο λυκείου
[
]
Συνώνυμα
- (οικείο) Abi