Affe
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Affe (de) (πληθυντικός: die Affen)
[
] Εκφράσεις
- einen Affen (sitzen) haben - είμαι μεθυσμένος
- sich zum Affen machen - γελοιοποιούμαι