Auge
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Auge (de) ουδέτερο
- το μάτι
- er kann kaum die Augen aufhalten - μόλις και μετά βίας κρατά τα μάτια του ανοιχτά