Bot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of Germany.svg Γερμανικά (de)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Bot die Bots
γενική des Bots der Bots
δοτική dem Bot den Bots
αιτιατική den Bot die Bots

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

Bot  (de) αρσενικό

  • Πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο κάνει απλές αλλαγές (διορθώνει λάθη) σε μεγάλη κλίμακα. Η ονομασία του προέρχεται από το ρομπότ.
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες