Brot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Brot die Brote
γενική des Brot(e)s der Brote
δοτική dem Brot(e) den Broten
αιτιατική das Brot die Brote

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Brot < συγγενές με το αγγλικό bread

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Brot (de) ουδέτερο

  • το ψωμί
    • ein stück Brot - ένα κομμάτι ψωμί


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]