DIN
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ετυμολογία
- Από τα αρχικά των λέξεων : Deutsche Industrie Normen (= Γερμανικές Βιομηχανικές Προδιαγραφές)
[
]
Συντομομορφή
DIN (de) αρκτικόλεξο
- σύνολο από κανόνες που αφορούν την παραγωγή των βιομηχανικών προϊόντων στη Γερμανία