Gnostic
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
Gnostic (en)
- o γνωστικός, που ακολουθεί το γνωστικισμό
[
]
Επίθετο
Gnostic (en)
- γνωστικός, που ακολουθεί το γνωστικισμό