Inhalt
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | der Inhalt | die Inhalte |
| γενική | des Inhalts, -es | der Inhalte |
| δοτική | dem Inhalt, -e | den Inhalten |
| αιτιατική | den Inhalt | die Inhalte |
Inhalt (de) αρσενικό
- το περιεχόμενο