Jahr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Jahr die Jahre
γενική des Jahr(e)s der Jahre
δοτική dem Jahr(e) den Jahren
αιτιατική das Jahr die Jahre


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Jahr < από πρωτογερμανική ρίζα, συγγενές με το αγγλικό year, η οποία προέρχεται από ινδοευρωπ. ρίζα. Πρβ. αρχαία ελληνική ὥρα ("εποχή")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Jahr (de) ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]