VAE
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- VAE < Validation des Acquis de l'Expérience
- VAE < Vélo à Assistance Electrique
Συντομομορφή [
]
VAE (fr) θηλυκό άκλιτο
- (Γαλλία) διαδικασία χάρη στην οποία κάποιος μπορεί να εγγραφεί και να παρακολουθήσει σπουδές παίρνοντας την ισοδυναμία ορισμένων μαθημάτων χάρη στην πρακτική εμπειρία του
- ποδήλατο με ηλεκτρικό κινητήρα ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί όποτε το θελήσει ο αναβάτης του