Zeit
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γερμανικά (de)
Ουσιαστικό
Zeit
(de)
θηλυκό
ο
καιρός
, ο
χρόνος
, η
ώρα
ich habe
Zeit
- έχω
ώρα
(= δεν
βιάζομαι
)
Εκφράσεις
die ganze Zeit
-
διαρκώς
,
συνεχώς
, για
πάντα
von Zeit zu Zeit
- από
καιρού
εις καιρόν,
πότε
πότε
zur Zeit
- προς το
παρόν
, αυτή τη
στιγμή
Κατηγορίες
:
Γερμανική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (γερμανικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Brezhoneg
Česky
Deutsch
English
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
한국어
Kurdî / كوردی
Limburgs
ລາວ
Lietuvių
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Português
Русский
Shqip
Türkçe
Українська
中文