aŭdaca
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- aŭdaca < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | aŭdaca | aŭdacaj |
| αιτιατική | aŭdacan | aŭdacajn |
aŭdaca (eo)