a priori
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a pɾi.ˈɔ.ɾi/
[
]
Επίρρημα
a priori και α πριόρι, άκλιτο
- από πριν, εκ των προτέρων, το έγκυρο που δεν χρειάζεται να αποδειχτεί, εξ ορισμού σωστό γιατί το αντίθετο θα ήταν παράλογο, αυτό που παίρνουμε ως δεδομένο
- (φιλοσοφία) λέγεται για γνώση που προϋπάρχει με βάση την καθαρή λογική κι όχι την εμπειρία, αυτό που δεν χρειάζεται να αποδείξεις ή να βιώσεις
- η γη και ο κόσμος a priori είχαν κάποτε μία αρχή (δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ότι κάποτε δεν υπήρχαν)
- Α πριόρι, δεν υπάρχει 25άχρονος που είναι 50άρης (λογικά αποκλείεται και δεν χρήζει απόδειξης)
- στον καθημερινό λόγο, σημαίνει το σίγουρο
- στο λέω εγώ, είναι α πριόρι αποτυχημένος ο γάμος τους και θα χωρίσουν
- Πώς προεξοφλείς κάτι τέτοιο a priori;(εκ των προτέρων, αναπόδεικτα)
[
]
Αντώνυμα
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίρρημα
a priori (fr) (παραδοσιακή ορθογραφία)
[
]
Γράφεται επίσης
- à priori (ορθογραφία του 1990)
[
]
Αντώνυμα
- (παραδοσιακή ορθογραφία) a posteriori
- (ορθογραφία του 1990) à posteriori