abandon
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ρήμα
abandon (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- abandon < αρχαία γαλλική (mettre) à bandon, (θέτω) υπό την εξουσία κάποιου
Προφορά
Ουσιαστικό
abandon (fr) αρσενικό