abattis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

abattis < abattre

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.ba.ti/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
abattis abattis

abattis  (fr) αρσενικό

  1. σωρός κομμένου ξύλου
  2. τεχνητό εμπόδιο από κομμένα δέντρα ή κλαδιά
  3. (πληθυντικός) τα εντόσθια των πουλερικών
  4. (μεταφορικά) (οικείο) τα χέρια και τα πόδια

[] Εκφράσεις

  • numéroter ses abattis: προετοιμάζομαι για πάλη σαν να επρόκειτο να χάσω τα μέλη μου
  • tu peux numéroter tes abattis: λέγεται σαν απειλή
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες