abbottonare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

abbottonare (it)

  1. κουμπώνω
  2. (μεταφορικά) γίνομαι επιφυλακτικός, « κουμπώνομαι »