abeiller

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
abeiller abeillers

abeiller  (fr) αρσενικό

  1. (εντομολογία) είδος μύγας που τρέφεται με μέλι
  2. (διάλεκτος) τόπος με κυψέλες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: abeillier