abhorrence
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
abhorrence
(en)
η
απέχθεια
κάτι που προκαλεί απέχθεια, αποκρουστικό πρόσωπο ή πράγμα
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
አማርኛ
العربية
ᏣᎳᎩ
Deutsch
English
Esperanto
Eesti
Suomi
Français
हिन्दी
Magyar
Հայերեն
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
پښتو
Português
Română
Русский
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Tiếng Việt
中文