abisso
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Ιταλικά (it)
[
]
Ετυμολογία
[
]
abisso
<
λατινική
abyssu
Ουσιαστικό
[
]
ενικός
πληθυντικός
abisso
abissi
abisso
(it)
αρσενικό
άβυσσος
Κατηγορίες
:
Ιταλικές λέξεις λατινικής προέλευσης
Ιταλική γλώσσα
Ουσιαστικά (ιταλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Français
Հայերեն
Ido
Italiano
한국어
Lietuvių
Malagasy
Polski
Русский
Svenska
Türkçe
中文