abnormality
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- abnormality < abnormal
[
]
Ουσιαστικό
abnormality (en)
- ανωμαλία, το να μην είναι κάτι/κάποιος φυσιολογικός