aboteau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
aboteau aboteaux

aboteau  (fr) αρσενικό

  1. φράγμα που στέλνει ένα μέρος του νερού ενός ρυακιού, ποταμιού, κ.α. προς ένα κανάλι για την άρδευση