accastillage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
accastillage accastillages

accastillage (fr) αρσενικό

  1. το σύνολο των εξαρτημάτων, ο εξοπλισμός, ενός πλοιαρίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]