accent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
accent (en)
- o τόνος και το τονικό σημάδι στη γραφή
- η προφορά, ο τρόπος με τον οποίο μιλάει κάποιος και ο οποίος είναι χαρακτηριστικός μιάς περιοχής
- (μουσική) ο τονισμός ενός τμήματος του μέτρου ή ενός ιδιαίτερου μέρους μιας μελωδίας
Ρήμα [
]
accent (en)
- τονίζω (υψώνω τον τόνο, δίνω έμφαση, βάζω το σημείο του τόνου σε μια λέξη που γράφω)
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- accent < λατινικά accentus
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| accent | accents |
accent (fr) αρσενικό
- ο τρόπος με τον οποίο μιλάει κάποιος και ο οποίος είναι χαρακτηριστικός μιάς περιοχής
- η προφορά
- l’accent du Midi - η προφορά της Νότιας Γαλλίας
- accent national - εθνική προφορά
- accent anglais, italien, espéranto - αγγλική, ιταλική, εσπεραντική προφορά
- ο τόνος