accessoiriste
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| accessoiriste | accessoiristes |
accessoiriste (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- φροντιστής σε θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση που ασχολείται με την έγκαιρη τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων και κινητών στοιχείων