accotement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
accotement accotements

accotement (fr) αρσενικό

  1. ο χώρος ανάμεσα σε έναν δρόμο και το χαντάκι