accustomed
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
accustomed (en)
- μαθημένος, συνηθισμένος σε κάτι
Ρηματικός τύπος [
]
accustomed (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος accustom