acolyte
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| acolyte | acolytes |
acolyte (fr) αρσενικό
- ο μπράβος, το πρωτοπαλίκαρο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| acolyte | acolytes |
acolyte (fr) αρσενικό