acquiesce
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
acquiesce (en)
- στέργω, συναινώ, αποδέχομαι κάτι, αλλά μάλλον επειδή δεν υπάρχει άλλη λύση και όχι επειδή συμφωνώ πραγματικά ή το επιθυμώ κι εγώ