acquit
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
acquit (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| acquit | acquits |
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
acquit (fr) αρσενικό
- Pour acquit. Εξοφλήθηκε. (Μνεία με ημερομηνία και υπογραφή που φέρεται πάνω σε ένα έγγραφο σαν αναγνώριση πληρωμής.)
[
] Εκφράσεις
- Par acquit de conscience. Για να έχει κάποιος ήσυχη τη συνείδησή του, για να μην μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει.