adamant
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
adamant (en)
- επίμονος, αδιάλλακτος, που δεν αλλάζει θέση, δεν υποχωρεί
[
]
Ουσιαστικό
adamant (en)
- κάθε σκληρή ουσία, ειδικά το διαμάντι (αδάμας)