adaptation
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
adaptation (en)
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- adaptation < μεσαιωνική λατινική adaptatio > adapter
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.dap.ta.sjɔ̃/
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| adaptation | adaptations |
adaptation (fr) θηλυκό
- η προσαρμογή, η εναρμόνιση
- (μουσική) η διασκευή
- η απόδοση