adaptation
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
adaptation
(en)
προσαρμογή
,
εναρμόνιση
διασκευή
προσαρμοστικότητα
Συγγενικές λέξεις
adapt
adapted
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Deutsch
English
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî / كوردی
Limburgs
Norsk (bokmål)
Occitan
Polski
Português
Română
Русский
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Tiếng Việt
中文