admissible
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
admissible (en)
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| admissible | admissibles |
admissible (fr) αρσενικό ή θηλυκό